Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Η Μεταμόρφωση της Δάφνης

Υποσχέθηκα Οβίδιο και Δάφνη και σε μια εποχή που αυτοί που επωμίζονται δυσβάσταχτα άχθη ευθυνών λένε και ξελένε ελαφρά τη καρδία, εμείς που γράφουμε blogs κι ευθύνη δεν έχουμε καμία μπορούμε ίσως πιο εύκολα να είμαστε συνεπείς. Όσοι ξέρουν πέντε πράματα από Οβίδιο, ίσως έχουν ακούσει την ιστορία κι ίσως να ξέρουν κι όλας ότι είναι η πιο διάσημη ιστορία των Μεταμορφώσεων. Κι ως πιο διάσημη ιστορία ενός διάσημου έπους έχει συγκεντρώσει τόσο βιβλιογραφικό ενδιαφέρον που δε μου φτάνουν δέκα γλώσσες, δέκα στόματα, άρρηκτη φωνή και χάλκινο στήθος για να πω τα βασικά (βλ. Ιλιαδα Β 488-90). Και, φευ, σε αντίθεση με τον Όμηρο οι Μούσες μού γύρισαν την πλάτη.

Για να μην τα πολυλογώ, πολλή θεωρία και πολλή ανάλυση έχει πέσει για το συγκεκριμένο επεισόδιο. Επειδή όμως οι περισσότεροι αναγνώστες φαντάζομαι έχουν καλύτερα πράματα να κάνουν στη ζωή τους από το να διαβάζουν γερμανικά άρθρα του προηγούμενου αιώνα περί Kreuzung der Gattungen στη Δάφνη του Οβίδιου ή να τσεκάρουν το τελευταίο τεύχος του Classical Quarterly για να δουν αν υπάρχει κάτι για τα ειδολογικά και διακειμενικά τερτίπια του Οβίδιου, θα προτείνω την ανάγνωσή μου παρουσιάζοντας κι όλας την ιστορία. Γιατί, ναι, χωρίς ντροπή θα πω κι εγώ το κοντό μου και το μακρύ μου για το συγκεκριμένο επεισόδιο, προσθέτοντας την ερμητική φωνή μου στη βιβλιογραφική λεγεώνα.

Στο πρώτο βιβλίο των Μεταμορφώσεων έχουμε και τον πρώτο θεϊκό έρωτα. Πρώτος έρως του έπους, πρώτος και του Απόλλωνα. Μετά τον επικό του άθλο να σκοτώσει τον Πύθωνα, ένα γηγενή δράκοντα, ο θεός καθιερώνει προς τιμήν του τους Πυθικούς αγώνες. Πλην όμως, και προς έκπληξη των φιλολογικώς τε και αθλητικώς λογίων αναγνωστών, ο Οβίδιος μας λέει ότι δάφνινο στεφάνι δεν έπαιρναν οι νικητές, γιατί δάφνη δεν υπήρχε. Η εκδοχή αυτή είναι η πρώτη γνωστή απόκλιση από την ελληνική παράδοση (βλ. Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις 8.48.2, ἐν μὲν δὴ Ὀλυμπίᾳ κοτίνου τῷ νικῶντι δίδοσθαι στέφανον καὶ ἐν Δελφοῖς δάφνης). Και για το μαντείο των Δελφών, που κι αυτού η ίδρυση παραδοσιακά ακολουθεί τη νίκη επί του Πύθωνα, πάλι κουβέντα δεν κάνει ο Οβίδιος.


Αντ' αυτών, θα μας πει πώς φύτρωσε η δάφνη. Η Δάφνη, σαν το δράκοντα Πύθωνα, φύτρωσε από τη γη: ήταν κόρη της Γαίας και του ποταμού Πηνειού. Κι όταν ο Απόλλωνας χλεύασε τα όπλα του Έρωτα, ο οποίος την έπεφτε στον Παρνασσό, ο ζαβολιάρης θεός τέντωσε το τόξο του κι έριξε μια σαΐτα στον Απόλλωνα για να ερωτευθεί τη νύμφη, κι άλλη μια στη Δάφνη για να φύγει τρέχοντας απ' το θεό. Κι εδώ αρχίζει το κυνήγι. Η Δάφνη μπροστά κι ο Απόλλων από κοντά. Κι η εμμονή της κόρης με την παρθενία την έκανε να τρέχει πιο γρήγορα κι απ' τον ερωτοχτυπημένο θεό. Ώσπου η κόρη επικαλείται τη μάνα γη και τον πατέρα ποταμό και μεταμορφώνεται στο ομώνυμο φυτό (σε άλλες εκδοχές άνοιξε η γη και την κατάπιε κι ύστερα φύτρωσε η δάφνη). 


Απαρηγόρητος ο Απόλλων μένει με το κοτσάνι στο χέρι. Αφού δεν μπόρεσε να βιάσει την κοπέλα όμως, θα βάλει χέρι στο φυτό. Το αγκαλιάζει, το φιλά, και ακόμα και το ξύλο προσπαθεί να αποφύγει τον παθιασμένο θεό. Αφού δεν μπορείς να είσαι γυναίκα μου, λέει στη Δάφνη ο θεός, θα είσαι το δέντρο μου. Εσύ θα στολίζεις τη λύρα μου, εσύ θα στολίζεις και το ρωμαϊκό θρίαμβο. 


Ποίηση και πολιτική επομένως συμβολίζει η Δάφνη. Θεός της ποίησης και θεός της προφητείας ο Απόλλων έπεσε διάνα στις προβλέψεις του (όντως η δάφνη στόλιζε το ρωμαϊκό θρίαμβο). Μαντείο των Δελφών δεν ίδρυσε στον Οβίδιο, αλλά την προφητεία του την είπε. Και μάλιστα για τη Ρώμη. Τι κι αν ο Ηρόδοτος (1.90) αποκαλεί το δελφικό Απόλλωνα θεό των Ελλήνων, αυτός τώρα είναι ο ήρωας ενός ρωμαϊκού έπους. Άλλωστε ήταν και προστάτης θεός του αυτοκράτορα Αυγούστου ο Απόλλων. Κι έτσι ο Οβίδιος στερεί τη δάφνη από τους Πυθικούς αγώνες και τη μεταφέρει στο ρωμαϊκό θρίαμβο. Ο ελληνικός μύθος μεταφράζεται, μεταμορφώνεται, μεταφέρεται, και παρελαύνει ως λάφυρο στον ποιητικό και πολιτικό θρίαμβο του ρωμαίου ποιητή.


Αν η ιστορία αυτή, ανάμεσα σε άλλα, δεν συμβολίζει την ποιητική λαφυραγώγηση της υπόδουλης Ελλάδας από την κραταιά ρομφαία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τότε δεν ξέρω τι συμβολίζει. Και σίγουρα μας λέει πολλά για το ακανθώδες ζήτημα της σχέσης του Οβίδιου με τις ελληνικές πηγές του. 

Η Δάφνη λοιπόν ξεριζώνεται από τις κοιλάδες του Πηνειού και μεταφέρεται στη Ρώμη. Το σαφές γεωγραφικό πλαίσιο αλλά και η τολμηρή ρήξη του Οβίδιου με την παράδοση κάνουν τη μετάβαση αυτή να έχει μια ιδιαίτερα ιμπεριαλιστική και βίαιη χροιά. Ο βιαστής απέτυχε μόνο επιφανειακά. Η αναγραμματική σχέση Amor-Roma αναδεικνύεται καθώς ο ερωτευμένος Απόλλων χωρίς πολλά πολλά δρέπει την κόρη της Γαίας και του Πηνειού από τη Θεσσαλία, την πατρική της γη, και την στέλνει απότομα στη Ρώμη, σε ένα ταξίδι στον τόπο και το χρόνο. 

Η γεωγραφική αυτή μετάβαση, από τη Θεσσαλία στη Ρώμη, και μάλιστα από τα κατατόπια του δελφικού μαντείου στην αιώνια πόλη κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Οι Δελφοί θεωρούνταν ως ο ομφαλός της γης και η αντιπαραβολή με τη Ρώμη, το νέο κέντρο του κόσμου, προβάλλει έμμεσα την πόλωση των δύο αντίπαλων πόλεων σε οικουμενικό επίπεδο. Στην εποχή του Οβίδιου άλλωστε, ο γεωγράφος Στράβωνας, ο κόσμος του οποίου περιστρέφεται γύρω από τη Ρώμη, απορρίπτει την αντίληψη ότι οι Δελφοί είναι το κέντρο του κόσμου (βλ. Γεωγρ. 9.3.6) και την ίδια γραμμή ακολουθεί ο Βάρρων (De lingua latina 7.17). Το νέο κέντρο του κόσμου είναι η Ρώμη (βλ. Βιτρούβιος, De architectura 6.1.10-11), μια πόλη (urbs) και ένας κόσμος (orbis) μαζί. 

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η ιστορία του Απόλλωνα και της Δάφνης συμβολίζει την οικειοποίηση της ελληνικής ποίησης από τους Ρωμαίους και την υποταγή της στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Μια τέτοια οικειοποίηση δεν καταδεικνύει μόνο τη συνέχεια, αλλά και την αποκοπή από το παρελθόν. Για πολλά χρόνια η φιλολογική έρευνα χρησιμοποιούσε λατινικά κείμενα, όπως οι κωμωδίες του Πλαύτου, απλώς για να ανασυνθέσει τα χαμένα αριστουργήματα του Μενάνδρου. Κι ο Οβίδιος άλλωστε έχει χρησιμοποιηθεί για να ανιχνευθούν χαμένα ελληνιστικά πρότυπα. Νομίζω όμως ότι οι μεθοδολογίες αυτές καρκινοβατούν. Πέρα από τη φιλολογία, της οποίας η επίδραση είναι ούτως ή άλλως περιορισμένη, παρόμοιες αντιλήψεις συναντάμε κι ευρύτερα. Ψάχνουμε την αρχή των πάντων για να βγάλουμε νόημα, συγχέοντας τη συγχρονική με τη διαχρονική διάσταση των πραγμάτων. 

Τα παραδείγματα πολλά, αλλά θα δώσω δύο, γιατί ήδη έχω γράψει πολλά. Πάμε στα θρησκευτικά. Πολλοί λένε, και έχουν δίκαιο, ότι τα Χριστούγεννα είναι απλώς αντιγραφή από τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια ή ότι η βασιλόπιτα δεν είναι καθόλου βασιλόπιτα, αλλά η πίτα του ρωμαίου θεού Ιανού, που είχε ένα τυχερό φλουρί το οποίο κάποιος το πετύχαινε την πρώτη Ιανουαρίου. Τύποι σαν τα καινούργια φρούτα της εκκλησίας των αθέων ή (ακόμα χειρότερα) οι δωδεκαθεϊστές βρίσκουν τη χαρά τους με κάτι τέτοια. Ο Χριστιανισμός δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο ή το πρωτότυπο, λένε. Απλώς αντιγράφει άλλες θρησκείες. Μια τέτοια προσέγγιση όμως πέφτει έξω. Και πέφτει έξω γιατί εδώ δε μιλάμε απλώς για αντιγραφή αλλά για πλήρη κατάκτηση και οικειοποίηση στοιχείων μιας θρησκείας που πνέει τα λοίσθια από μια νέα ανερχόμενη θρησκεία της ύστερης αρχαιότητας. Τείνω να συμφωνήσω εδώ πιο πολύ (σπάνιο πράμα για μένα) με τους πατέρες της εκκλησίας που έλεγαν ότι η Ρώμη προετοίμασε το έδαφος για να κυριαρχήσει ο Χριστιανισμός στον τότε γνωστό κόσμο. Μπορεί τα θεολογικά τους επιχειρήματα να μην πείθουν πολλούς, αλλά μια τέτοια περιγραφή είναι αρκετά ακριβής. Η νέα θρησκεία εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο το καθεστώς που δημιούργησε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κι έχτισε ένα νέο κόσμο πάνω σε παλιά θεμέλια. Γιατί άλλο πράμα η δουλική αντιγραφή των παλαιών κι άλλο η υποδούλωση του παρελθόντος.

Το δεύτερο παράδειγμα ίσως πιο διασκεδαστικό. Όταν άνοιξαν τα McDonalds στην Αγία Πετρούπολη, έγιναν το στέκι των Ρώσων διανοούμενων. Φανταστείτε τους άξεστους και παχύσαρκους πελάτες στο Bronx και την επιβλητική ρωσική διανόηση να συχνάζουν ακριβώς στο ίδιο μαγαζί. Γιατί το McDonalds στο Bronx και στην Αγία Πετρούπολη ήταν ουσιαστικά το ίδιο μαγαζί. Μόνο που τα δεδομένα αλλάζουν αμέσως όταν τα τοποθετήσουμε σε διαφορετικό πλαίσιο, όπως η Δάφνη των Δελφών μεταμορφώνεται όταν μεταφέρεται στη Ρώμη.






  


Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Graecia capta

Γνωστός καθηγητής γνωστού αμερικανικού πανεπιστημίου ρωτούσε ψαρωτικά μεταπτυχιακούς φοιτητές στην τελική τους εξέταση ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην Αρχαία Ελληνική και τη Λατινική Λογοτεχνία. Έχοντας εντρυφήσει στην άγρυπνη ψηλάφηση λεπτομερειών, μια τέτοια γενική ερώτηση έπεφτε ως κεραυνός εν αιθρία στους εξεταζόμενους και οι περισσότεροι απαντούσαν με ένα έντρομο βλέμμα κι ένα ορθάνοιχτο πλην βωβό στόμα. Ώσπου μια μέρα ένας φοιτητής, λάτρης του Πινδάρου, απάντησε ότι η Λατινική Λογοτεχνία είναι η αχνή σκιά της Ελληνικής. Επακολούθησαν άναρθρες κραυγές και ρίψη αντικειμένων από τον καθηγητή, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, έβγαζε το ψωμί του κι έφαγε τη ζωή του σπουδάζοντας τους ρωμαίους κλασικούς.

Χωρίς το άγχος της προφορικής εξέτασης αλλά αραχτός στον καναπέ μου, θα προσπαθήσω να απαντήσω στην παραπάνω ερώτηση. Η διαφορά, νομίζω, είναι ότι η Λατινική Λογοτεχνία, αλλά όχι μόνο η λογοτεχνία αλλά γενικότερα η ρωμαϊκή τέχνη και ο πολιτισμός, αποτελούν συνειδητή "μετάφραση" και "οικειοποίηση" της Ελληνικής. Αυτό δεν έκανε απαραίτητα τους Ρωμαίους να αισθάνονται υποδεέστεροι των Ελλήνων, αλλά μάλλον τους έδινε ένα αίσθημα απόλυτης κατάκτησης όχι μόνο της ελληνικής γης αλλά και του ελληνικού πνεύματος. Αντίστοιχη περίπτωση συνειδητής οικειοποίησης δεν παρατηρείται στην Αρχαία Ελληνική Λογοτεχνία, ό,τι κι αν λέγεται για τις επιρροές εξ ανατολών του Ομήρου, του Ησιόδου και του Πλάτωνα. Αυτοί που πιστεύουν ότι λέω το ίδιο πάνω κάτω με τον φοιτητή (τον λάτρη του Πινδάρου) αλλά με σάλτσα, ας περιμένουν λίγο.

Κι εδώ φαντάζομαι κολλάει και ο locus classicus μιας τέτοιας συζήτησης, τα λατινικά στιχάκια  που κάθε πέρφανος Νεοέλληνας γνωρίζει. Αναφέρομαι φυσικά στον Οράτιο που μας λέει ότι η κατακτημένη Ελλάδα κατάκτησε τον αγροίκο νικητή και εισήγαγε τις τέχνες στο αγροτικό Λάτιο (Graecia capta ferum victorem cepit et artis/ intulit agresti Latio. Epist. II 1. 156-7).  Στη συνέχεια ο Οράτιος μας δίνει μια τυπική λίστα, όπου μαθαίνουμε ότι το ελληνικό έπος εξευγένισε το τραχύ επικό μέτρο των Ρωμαίων, όλη η ρωμαϊκή τραγωδία εξαρτάται από το Σοφοκλή και τον Αισχύλο κτλ κτλ. Η ερώτηση είναι: Μπορούμε να τον εμπιστευτούμε;

Ας δούμε ένα άλλο, λιγότερο γνωστό φαντάζομαι, χωρίο του Οράτιου. Στους Sermones 1.4.1-7 ο ρωμαίος ποιητής μας λέει ότι η σάτιρα του Λουκίλιου (ο οποίος θεωρείται ο πατήρ του σατιρικού λογοτεχνικού είδους) "εξαρτάται εξ ολοκλήρου" (omnis pendet Lucilius, Serm. 1.4.6) από την αρχαία κωμωδία του Εύπολι, του Κρατίνου και του Αριστοφάνη. Απλά, ρε παιδιά, λέει ο Οράτιος, ο Λουκίλιος άλλαξε το μέτρο και τίποτε άλλο. Σημειώνω ότι οι Sermones είναι σάτιρες κι έτσι ο Οράτιος σχολιάζει όχι μόνο το λογοτεχνικό χρέος του Λουκίλιου αλλά και το δικό του.

Εδώ όμως το πράμα αρχίζει να βρομάει. Καλά με το έπος και την τραγωδία, αλλά είναι δυνατόν να πάρουμε στα σοβαρά ότι το κατεξοχήν ρωμαϊκό λογοτεχνικό είδος, η σάτιρα, αντίστοιχο της οποίας δεν υπάρχει στην Ελληνική Λογοτεχνία, είναι απλώς copy paste από τον Εύπολι και τον Αριστοφάνη; Κι άντε ας πούμε ότι γενικά υπάρχουν ομοιότητες κι επιρροές, να λέμε τώρα ότι και στη σάτιρα οι Ρωμαίοι αντέγραφαν εξ ολοκλήρου τους αρχαίους ημών πάει πολύ. Satura tota nostra est ("η σάτιρα είναι εξ ολοκλήρου δικιά μας") αναφωνεί ο Κοϊντιλιανός και δε νομίζω ότι μπορεί κάποιος να τον αμφισβητήσει στα σοβαρά.

Κι ο Οράτιος όμως ήταν σοβαρός ποιητής. Τι παίζει επομένως; Αυτό που παίζει είναι ότι ο Οράτιος συνειδητά κατασκευάζει το παρελθόν και το συνδέει με το ρωμαϊκό παρόν. Δεν είναι ο Αριστοφάνης που επηρεάζει τη σάτιρα, είναι ο Οράτιος αυτός που προβάλλει τη Ρώμη στην Αρχαία Αθήνα. Δεν επηρεάζει δηλαδή ο πομπός τον δέκτη, αλλά ο δέκτης τον πομπό. Η ρητορική της Λατινικής Λογοτεχνίας απαιτούσε την αναμέτρηση με το αθάνατο Αρχαίο Ελληνικό πνεύμα. Ακόμη κι όταν αυτή αντικειμενικά δεν ήταν εφικτή, όπως στην περίπτωση της σάτιρας, θα πρέπει ο ρωμαίος ποιητής να την εφεύρει.

Η μετάφραση της Ελληνικής Λογοτεχνίας στα Λατινικά όχι μόνο δεν δηλώνει την κατωτερότητα των Ρωμαίων, αλλά τονίζει την κατάκτηση ενός πνεύματος και μιας ιστορίας από μια αυτοκρατορική δύναμη που διατείνεται ότι ελέγχει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα από τον Οράτιο, όπου η ελληνική αμφορά πλάθεται και μεταμορφώνεται στο λατινικό urceus:

................................ amphora coepit
institui: currente rota cur urceus exit?

Ως αμφορά ξεκίνησε να πλάθεται: γιατί με τον τροχό να τρέχει βγήκε κούπα;
Ars Poetica 21-22

Μη σας ξεγελά η κεραμική, η συζήτηση είναι περί ποιήσεως (Ars Poetica) και το θέμα μας η μετάφραση από τα Ελληνικά στα Λατινικά. Η ελληνική αμφορά μεταμορφώνεται γλωσσικά στο ρωμαϊκό εργαστήρι και γίνεται urceus. Το πλάσιμο αυτό συντελείται εντυπωσιακά και σε ηχητικό επίπεδο καθώς περιστρέφεται (ή "αμφιφέρεται" εξ ου και αμφορά) ο στίχος (versus) του Οράτιου: CURrente rota CUR URCeus exit. Η μετάφραση όμως από τα Ελληνικά στα Λατινικά είναι ουσιαστικά μια μεταμόρφωση. Παλιότεροι φιλόλογοι επεσήμαναν ότι το urceus είναι άλλο κεραμικό από την αμφορά. Εδώ όμως δεν υπάρχει αναντιστοιχία, αλλά συνειδητή οικειοποίηση. Στο εργαστήρι του ρωμαίου ποιητή, η ελληνική λέξη και το ελληνικό σκεύος αλλοιώνονται, μεταμορφώνονται και εισάγονται σε ένα αμιγώς ρωμαϊκό πλαίσιο. Δεν είναι η ελληνική τέχνη αυτή που πλάθει τη ρωμαϊκή. Το αντίθετο. Ο Ρωμαίος παίζει με τα ελληνικά πρότυπα σαν αυτά να ήτανε πηλός. Κι αυτό απέχει παρασάγγας από το στερεότυπο των Ρωμαίων που αντέγραφαν τους Έλληνες. Ακόμη κι αυτό το στερεότυπο άλλωστε είναι συνειδητό κατασκεύασμα-πλάσιμο των Ρωμαίων.


Πολύ Οράτιος έπεσε και ήθελα να πω κι άλλα. Το κόβω εδώ όμως, αλλά θα συνεχίσω με τον Οβίδιο και τη μετάφραση-μεταμόρφωση της Δάφνης. Το ρήμα transferre, αυτό το ρήμα που μπορεί να σημαίνει την (για κάποιους) ταπεινή και δουλική διαδικασία της μετάφρασης, ήταν ουσιαστικά το ρήμα που περιέγραφε τη μεταφορά των λαφύρων των υπόδουλων λαών στο ρωμαϊκό θρίαμβο. Περισσότερα όμως προσεχώς.