Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Αίμα, Δάκρυα κι Ιδρώτας



Χαμός έγινε στην απονομή των βραβείων Κάρολος Κουν όταν ακούστηκε το όνομα του Σάκη Ρουβά. Ο γνωστός και, τουλάχιστον σε μένα, συμπαθής σταρ εξόργισε τη διονυσιακή ιέρεια κυρά Χρυσούλα Διαβάτη, η οποία, εμμέσως πλην σαφώς, του έψαλε τα εξ αμάξης, καλώντας την αστυνομία θεάτρου να μαζέψει τα μοντέλα και τους τραγουδιάρηδες που μαγάρησαν το θέατρο και τα βραβεία του. Τρίζουν τα κόκκαλα του Κάρολου του Κουν κτλ.

Για την ιστορία, ο Σάκης βραβεύτηκε για την ερμηνεία του στο ρόλο του Διόνυσου στις Βάκχες του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη.

Καθώς ζω στην ξένη γης, στα ξένα μέρη, δεν έχω παρακολουθήσει την εν λόγω παράσταση ούτε τους ηθοποιούς που ήταν υποψήφιοι για το βραβείο. Οπότε δεν έχω άποψη. Για τις περγαμηνές και τα διπλώματα για τα οποία ωρύεται η κυρά Χρυσούλα και διαρρηγνύει τα ιμάτιά της έχω να πω ένα πράμα: ο ηθοποιός φαίνεται στο σανίδι. Αν το είπε η ψυχούλα του, όπως λέει ο Σάκης, μπράβο του για το βραβείο. Τα άλλα τα ακούω βερεσέ.

Για άλλο λόγο γράφω όμως. Αναρωτιέμαι αν διέκρινε κανείς την ειρωνεία στην αμφισβήτηση του Ρουβά και πόσο ωραία ταιριάζει με την υπόθεση των Βακχών. Σκάει μύτη ο θεός Διόνυσος στη Θήβα και αμφισβητείται ως ξένος, γυναικωτός, γκομενιάρης, σταρ, γενικά παρείσακτος. Το παίζει θεός, αλλά δεν είναι. Οι τοπικές αρχές θέλουν να τον μαζέψουν. Ο Ρουβάς βέβαια στο παρελθόν φώναζε άδοντας "Αααααα, δεν είμαι ο θεός, είμαι απλά ένας θνητός", αλλά, όπως και να 'χει, για πολλές και πολλούς ο Σάκης είναι θεός, τι να κάνουμε. Και καλά έκανε κι έπαιξε τον Διόνυσο.

Η δε Διαβάτη, ξεμαλλιάρα κι αλλοπρόσαλλη, είναι ό,τι πρέπει για το χορό των Βακχών, μην πω την παίρνει να παίξει και Αγαύη. Κάτι να δίνουμε σάρκα και αίμα λέει, κι άλλα τέτοια μοβόρα, πολύ βακχικά πράματα, όχι αστεία.

Για να μη τα πολυλογώ, πήγανε να το ξεσκίσουνε το παιδί, αλλά ο Σάκης βγήκε από πάνω ως λικνιζόμενος σταρ επί σκηνής ή ως από μηχανής θεός. Αν ήταν σκηνοθετημένη η όλη φάση (και κρίμα που δεν είναι), μιλάμε για ευφυέστατη μεταθεατρική μανούβρα. Στις τραγωδίες συχνά ο ανταγωνισμός των τραγικών ποιητών για το βραβείο αντικατοπτρίζεται στην πλοκή του έργου. Κι ο Ευριπίδης ήταν μανούλα στο δραματικό "αγώνα" (ελληνιστί debate). Εδώ έχουμε το αντίθετο. Η απονομή αντικατοπτρίζει την τραγωδία. Μόνο που ο φακός της είναι παραμορφωτικός και γίνεται ο Ευριπίδης άλλη μια φάρσα στο youtube.

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Κάτουλλος: Μεταφραστικές Απόπειρες





Επιστρέφω απρόσμενα για να ανακοινώσω με αφέλεια κι ενθουσιασμό (βασικό συστατικό του ενθουσιασμού η αφέλεια, κακά τα ψέματα) ότι ξεκινώ λίγο στην πλάκα, λίγο στα σοβαρά, να μεταφράσω το βιβλιαράκι του Κατούλλου.


Κι αυτό το εγχείρημα σε σας το αφιερώνω, αναγνώστες μου,
που οι ιστολογίες μου νομίζατε πως κάτι τέλος πάντων λένε.

Δείτε τη σελίδα του ιστολογίου Κάτουλλος: Ημερολόγιο Μετάφρασης.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Scripta manent


Μια φορά κι έναν καιρό η δημοσίευση ενός έργου ήταν το διαβατήριο για την αθανασία. Τίποτε δεν μπορεί να είναι πιο μακριά από την πραγματικότητα σήμερα. Λίγα πράματα μοιάζουν πιο εφήμερα από τα βιβλία. Στην περίπτωση των εφημερίδων άλλωστε, αυτό το λέει το όνομά τους. Αν η φήμη όσων δημοσιεύονται εκεί διαρκέσει μια μέρα, καλά θα είναι. Εκεί όμως που τον παλιό καλό καιρό η δημοσίευση ενός συγγραφέα του εξασφάλιζε μια μετά θάνατον ζωή διαφορετική από τις διάφορες θρησκευτικές εκδοχές της, σήμερα πιο πιθανό είναι ο συγγραφέας να ζήσει πιο πολύ από τα βιβλία του.

Τα βιβλία δεν δημοσιεύονται για να μείνουν στην αιωνιότητα. Δημοσιεύονται για να ξεχαστούν μοιραία ή ακόμη πιο μοιραία να αγνοηθούν παντελώς. Η απόσταση όλο και πιο πολύ μικραίνει που χωρίζει τη ζεστασιά του τυπογραφείου από την ψύχρα του κάδου ανακύκλωσης. Και αν εσείς ξέρετε πολλούς εκδότες και συγγραφείς που νομίζουν ότι τα βιβλία τους θα μείνουν εις τους αιώνας των αιώνων, να μου τους συστήσετε.

Ποιες είναι όμως αυτές οι παράξενες φωνές που πίστεψαν ότι τα έργα τους θα μείνουν ανεξίτηλα από το χέρι του πανδαμάτορος χρόνου; Η πίστη στην αιωνιότητα της ποίησης, για παράδειγμα, είναι πιο παλιά από το βιβλίο, πιο παλιά ακόμη κι από την έννοια του συγγραφέα. Το "κλέος άφθιτον" του ομηρικού Αχιλλέα είναι συνυφασμένο με τη φήμη της ομηρικής ποίησης. Όσο οι αοιδοί θα τραγουδούν τα κατορθώματα των ομηρικών ηρώων, το κλέος τους, η φήμη τους, θα ακούγεται για πάντα. Με την κλασική εποχή ο συγγραφέας αποκτά μια ατομικότητα άγνωστη στον ομηρικό κόσμο. Η λυρική ποίηση με πιο προσωπικές αποχρώσεις ποιητικής δημιουργίας αρχίζει να αρθρώνει μια φωνή που προσδοκά να ακούγεται μες στην ατέλειωτη χορεία των ανθρώπινων γενεών.

Σημείο καμπής όμως αποτελεί η ελληνιστική εποχή. Και ο λόγος είναι ότι σ' αυτήν την περίοδο οργανώνονται οι πρώτες συστηματικές βιβλιοθήκες. Πακτωλός χρημάτων ρέει στην παραγωγή βιβλίων. Η διάσωση και διαιώνιση των πνευματικών θησαυρών του παρελθόντος είναι ο κινητήριος μοχλός του αλεξανδρινού κόσμου, μια ιδιαίτερη ιστορική συγκυρία, στην οποία ο υλικός και ο πνευματικός πλούτος συνυπήρξαν τόσο αρμονικά όσο λίγες φορές στην ανθρωπότητα. Η ευφορία των υλικών και πνευματικών θησαυρών απογείωσε τις προσδοκίες των συγγραφέων και την αυτοπεποίθησή τους ότι τα έργα τους θα μείνουν στους αιώνες. Η ύλη του παπύρου ήταν το συμβόλαιο της πνευματικής αιωνιότητας. Εφόσον βέβαια τα έργα ήταν της προκοπής. Και εφόσον κάποιοι δεν έβαζαν φωτιά στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.

Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι η πεποίθηση, ή οποία εν μέρει επιζεί και στις μέρες μας,     ότι τα μεγάλα έργα ζουν στους αιώνες βρέξει χιονίσει γεννιέται εν πολλοίς στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια. Και μου κάνει εντύπωση γιατί μιλάμε για μια εποχή που είχε ξεμπερδέψει με τη βαριά σκιά της μοίρας και του πεπρωμένου και την αντικατέστησε με την απρόβλεπτη παντοδυναμία της θεάς Τύχης. Ενώ παλιά γίγαντες της κλασικής αρχαιότητας, όπως ο Σοφοκλής, πάλεψαν με την ιδέα του θεϊκού πεπρωμένου, ο αλεξανδρινός διανοούμενος με την αποστασιοποιημένη θέση του απέναντι στην παραδοσιακή θρησκεία είχε λίγες έγνοιες για τέτοιες φαταλιστικές σκοτούρες. Η πρώτη γεύση παγκοσμιοποίησης που δοκίμασε η ανθρωπότητα στην περίοδο μετά το Μεγαλέξανδρο έδωσε μια προοπτική με την οποία το άτομο μπορούσε να συναισθανθεί το πόσο ασήμαντο ήταν σε ένα μεγάλο σύμπαν αλλά και να διαισθανθεί πόσες διαφορετικές παράμετροι ορίζουν το μέλλον του κόσμου. Εξ ου και η αποθέωση της Τύχης. Κι όμως, σ' αυτήν την εποχή παραδόξως καθιερώνεται η ιδέα περί μοιραίας αθανασίας των λογοτεχνικών αριστουργημάτων.

Φυσικά, η πεποίθηση αυτή δε φτουράει. Δείτε για παράδειγμα τι σώθηκε και γιατί. Τα πιο πολλά έργα που έχουμε ήταν αυτά που δίδασκαν στο σχολείο, ομολογουμένως όχι και το καλύτερο κριτήριο, όπως οι εφτά τραγωδίες του Αισχύλου κι οι άλλες εφτά του Σοφοκλή. Οι τραγωδίες του Ευριπίδη που έχουμε σώζονται σε αλφαβητική σειρά. Ακόμη χειρότερο κριτήριο δηλαδή. Τις υπόλοιπες προφανώς τις έφαγαν οι φλόγες. Από τον ποιητή που θεωρούνταν δεύτερος μόνο μετά τον Όμηρο, τον Μένανδρο, έχουμε λίγα πράματα, και τα πιο πολλά ανακαλύφθηκαν μόλις τον εικοστό αιώνα. Από τον Αριστοφάνη έχουμε καμπόσες κωμωδίες, αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι συνήθως ξέμενε τρίτος ο δημοφιλής κωμικός. Ποιος θυμάται σήμερα τον Κρατίνο και τον Εύπολι, που θεωρούνταν στην αρχαιότητα ανώτεροι του Αριστοφάνη; Ο Πλάτωνας σώθηκε γιατί τον γούσταραν οι Χριστιανοί. Και πάει λέγοντας.

Επειδή συνήθως πονάμε για τα χαμένα αριστουργήματα, πολλές φορές ξεχνάμε τη σαβούρα που σώθηκε. Κάτι τόμοι περί ιππικής και αναλύσεις για εκτροφή αλόγων και πράσσειν άλογα. Πιστεύω πως ό,τι σώθηκε λίγη σχέση έχει με την αξία του, έννοια απολύτως σχετική άλλωστε. Το τι έχουμε είναι πάνω απ' όλα έργο της παράξενης αυτής ελληνιστικής θεάς, της Τύχης.

Μια από τις αγαπημένες μου ιστορίες είναι αυτή των Γνωστικών Ευαγγελίων, όπου η θεά Τύχη κάνει κουμάντο ακόμη και σε πολυπόθητα θρησκευτικά κείμενα. Το 1945 ένας αιγύπτιος αγρότης ανακάλυψε σε μια σπηλιά μερικά από τα πιο σημαντικά θρησκευτικά χειρόγραφα της ιστορίας, τα λεγόμενα Γνωστικά Ευαγγέλια. Ο αγρότης μας, ονόματι Μοχάμεντ Άλι αλ-Σαμάν, μάζεψε τα χειρόγραφα και πήγε σπίτι του. Ανήξερος για το περιεχόμενό τους και τη σημασία τους, τα πέταξε σε μια στοίβα στη γωνιά του σπιτιού του. Τις επόμενες ημέρες, η μητέρα του έκαψε έναν ανεξακρίβωτο αριθμό του πνευματικού αυτού θησαυρού για να μαγειρέψει για την οικογένειά της. Για τα συγκεκριμένα χειρόγραφα των Γνωστικών Ευαγγελίων, που αντιστάθηκαν σθεναρά στο σαράκι του χρόνου, κρυμμένα για αιώνες σε σκοτεινές σπηλιές έξω από την κωμόπολη Ναγκ Χαμάντι, το τέλος τους στο φούρνο που ζέσταινε το τσουκάλι της μαμάς αλ-Σαμάν ήταν ιδιαίτερα άδοξο.

Η φωτιά πολλές φορές είναι το σύμβολο της καταστροφής, στην χειρόγραφη παράδοση κι όχι μόνο. Αυτό δεν είναι και πολύ ακριβές. Σκεφτείτε για παράδειγμα ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο έχουμε τη Γραμμική Β' είναι επειδή ο Μυκηναϊκός πολιτισμός έγινε στάχτη και μπούρμπερη. Οι φλόγες ψήσανε τις πλάκες πάνω στις οποίες ήταν γραμμένα τα κιτάπια της τοπικής γραφειοκρατίας και τις κράτησαν ζωντανές πάνω από είκοσι αιώνες. Η φωτιά έσωσε αυτά τα κείμενα, τα οποία μόνο αριστουργήματα δεν είναι, καθώς περιέχουν βαθυστόχαστες σκέψεις του στιλ "τόσο σιτάρι φέτος, τόσο του χρόνου, τόσα βόδια ψόφησαν κτό". Κι όμως η αποκρυπτογράφηση αυτής της γραφής από τον Ventris παίζει να είναι ό,τι πιο σημαντικό συνέβη στα φιλολογικά δρώμενα του προηγούμενου αιώνα.

Αλλά και ο πολυσηζητημένος πάπυρος του Δερβενίου (βλ. φωτογραφία), που σώζει μια φανταστική εκδοχή ορφικής κοσμογονίας, σώθηκε γιατί κάποιος παλαβός αρχαίος ήθελε να αποτεφρωθεί μετά θάνατον με τον πάπυρο. Και ο καμένος πάπυρος έτσι διατηρήθηκε στους αιώνες και μπορεί να διαβαστεί σήμερα με τα σύγχρονα μέσα της τεχνολογίας.

Η πληθώρα των σύγχρονων διανοουμένων αντιμετωπίζει την ιδέα του πεπρωμένου με τον τρόπο που είδαν τη μοίρα οι αλεξανδρινοί τους συνάδερφοι. Με συγκαταβατικό μειδίαμα και λεπτή ειρωνεία. Κι όμως, μια αδιαπέραστη πεποίθηση ότι έργα πραγματικής αξίας είναι μοιραίο να ζήσουν στους αιώνες ταξιδεύει ανεξιχνίαστα από την Αλεξάνδρεια στη Νέα Υόρκη, από τον κύκλο του Καλλίμαχου στο New York Review of Books. Τίποτα δεν είναι πιο ανόητο από μια τέτοια αβάσιμη πίστη. Η θεά Τύχη είναι εδώ και γελάει τελευταία.

(Στον τίτλο γράφω Λατινικά αλλά πήδηξα από την Αλεξάνδρεια στα δικά μας. Για τη Ρώμη θα τα πούμε την επόμενη φορά.)      

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Σωσίας

"Έχεις παραμελήσει το blog σου" μου γράφει ένας φίλος, επιτιμώντας και παρακινώντας. Κακά τα ψέματα, το έχω παραμελήσει. Φοβάμαι ότι διανύω μια περίοδο (σύντομη ελπίζω) άγονη. Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρων οι κότες, κι όποιος φωνάζει στην έρημο κινδυνεύει να στερέψει από έμπνευση. Έτσι κι αυτή η ανάρτηση αποσκοπεί στο να αποτυπώσει το κακό χάλι στο οποίο βρίσκομαι, παρά να κάνει ένα δυνατό come back. Δε θα γκρινιάξω όμως, μην ανησυχείτε, καθώς απέχω συνειδητά από το εθνικό μας σπορ (δύσκολο πράμα τούτες τις δύσκολες μέρες). Γράφω για να διασκεδάσω την ανικανότητά μου να γράψω κάτι της προκοπής. Ξηγημένα πράματα. Κι όποιος δε γουστάρει, να διαβάσει άλλο ιστολόγιο (και υπάρχει και πολύ πράμα από δαύτα).

Ζώντας κάτω από τις σκληρές πιέσεις της πανεπιστημιακής γραφειοκρατίας που μετρά το ακαδημαϊκιλίκι με το κιλό των δημοσιεύσεων, σπάω την γκλάβα μου να γράψω τίποτα της προκοπής. Βλέπετε, μακάρι το πρόβλημά μου να ήταν ότι δε γράφω στο μπλογκ μου. Σήμερα λοιπόν νομίζω ότι βρήκα κάτι καλό. Καθώς έριχνα μια ματιά σε φάση διαλείμματος στον Αμφιτρύωνα του Πλαύτου, έπεσα στη σκηνή όπου ο Ερμής παίρνει τη μορφή του δούλου Σωσία και εμφανίζεται μπροστά στα εμβρόντητα μάτια του κακομοίρη του υπηρέτη. Χαρακτήρες που είναι φτυστοί και δίδυμα αδέρφια είναι βούτυρο στο ψωμί της νέας κωμωδίας και ιδιαίτερα στον Πλαύτο. Αυτόν μιμήθηκε και ο Σεξπιρ και το κόλπο παίχτηκε πολλές φορές, από τον Louis de Funès έως και στις ελληνικές ταινίες της Φίνος Φιλμ. Συνήθως τα πρόσωπα που μοιάζουν εμφανίζονται σε κάποια φάση στο τέλος, όπου και λύνεται η κωμική παρεξήγηση, αλλά εδώ ο Ερμής σκάει μύτη από την αρχή ως Σωσίας, συναντάει τον έρμο το Σωσία και τον τρελαίνει με την ομοιότητά του, τον τρελαίνει στην καρπαζιά και στο τέλος τον πείθει ότι δεν είναι ο εαυτός του. "Δεν είμαι εγώ" αναφωνεί ο Σωσίας (κι άλλο δοκιμασμένο κωμικό παράδοξο). Και όλο αυτό το σενάριο για να καλύψει ο Ερμής τα νώτα του Διός, ο οποίος παίρνει τη μορφή του Αμφιτρύωνα (αυτό είναι το άλλο κωμικό μπέρδεμα που βασίζεται σε πρόσωπα που φαίνονται ίδια αλλά δεν είναι) για να χαρεί τον έρωτά του με την ανήξερη και γκαστρωμένη Αλκμήνη.

Πάντα νόμιζα ότι μέρος της πλάκας είναι το όνομα του δούλου. Σωσίας βέβαια είναι στερεότυπο όνομα δούλου από τους Σφήκες του Αριστοφάνη, στο Φιλήμονα, το Μέναδρο, τον Τερέντιο κτλ. Ο Σωσίας του Αμφιτρύωνα όμως έχει όνομα με νόημα, όχι αστεία. Το νόημα είναι ότι ο δούλος αποδεικνύεται ότι τελικά δεν έχει ταυτότητα-- είναι απλώς ένας σωσίας. Η όλη δραματική του λειτουργία στηρίζεται στο ότι ο Ερμής παίρνει τη θέση του. Ο θεός παίζει το ρόλο του σωσία του Σωσία. Φιλομετρώντας λοιπόν το Green and Gold υπόμνημα του Cambridge και πίνοντας τον καφέ μου, μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι ο πολύς Christenson δε λέει κουβέντα για το ρόλο που παίζει το όνομα του Σωσία στη σκηνή με τον Ερμή. Τα ονόματα στον Πλαύτο έχουν μελετηθεί τόσο πολύ που υπάρχουν τρία βιβλία σε τρεις διαφορετικές γλώσσες τα οποία αναλύουν ετυμολογίες, ρίζες, ερμηνείες, θεωρίες κτλ. Πάντα νόμιζα ότι η σημασία του ονόματος Σωσίας θα ήταν παράδειγμα καραμπινάτο σε όλον αυτόν τον ερμηνευτικό χορό. Αμ δε. Όσα άρθρα κι όσα βιβλία κι αν τσέκαρα, λέξη για το τι πα να πει Σωσίας. Βρε λες τόσος ντουνιάς να μην πήρε χαμπάρι τέτοιο δυνατό παράδειγμα;

Το επόμενο βήμα ήταν να τσεκάρω τα αρχαία ετυμολογικά λεξικά. Κι εκεί λέξη. Το όνομα Σωσίας ετυμολογείται από το 'σώζω' αλλά κουβέντα για το ότι σημαίνει ένα πρόσωπο ολόιδιο με κάποιο άλλο. Κι εδώ άρχισαν να μου μπαίνουν ψύλλοι στα αφτιά. Τέτοιο νόημα δεν υπάρχει στα αρχαία ελληνικά αλλά εμφανίζεται στα νέα. Το ερώτημα είναι πότε;

Στο σημείο αυτό οι σειρήνες της ματαιοδοξίας ηχούν στα αφτιά μου θελκτικά. Όσα χρόνια (όχι πολλά) είμαι στο κουρμπέτι, το έχω καημό να μου φανούν μια φορά χρήσιμα τα Νέα Ελληνικά. Κι εδώ είναι όλα τα λεφτά. Είναι τόσο τρανταχτό το παράδειγμα από τον Πλαύτο που είμαι αποφασισμένος να φτάσω έως το σημείο να υποστηρίξω ότι η νεοελληνική σημασία της λέξης Σωσίας αποτελεί απόδειξη ότι αυτή η έννοια ήταν ήδη σε χρήση από την εποχή του Πλαύτου. Κι αν δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, αυτό είναι πρόβλημα της λόγιας γραμματείας κι όχι της ζωντανής παράδοσης. Είμαι στα επάνω μου.

Το πράμα αρχίζει και βρομάει όταν δε βρίσκω τίποτα και στα βυζαντινά λεξικά. Τι διαόλο; Καταλήγω στο λεξικό του Μπαμπινιώτη. Κι εκεί μου φεύγει η μαγκιά. Λέει ο Μπαμπινιώτης ότι η έννοια της λέξης σωσίας προέρχεται από τον Σωσία, χαρακτήρα στην κωμωδία του Πλαύτου Αμφιτρύωνα. Τέτοια ατάκα δεν περίμενα να την βρω σε λεξικό νεοελληνικής. Ο τύπος με έστειλε. Επειδή όμως είχα κάνει όνειρα για ωραία δημοσίευση, προσπαθώ να το παλέψω. Μου φαίνεται χοντρό η κωμωδία αυτή του Πλαύτου, η οποία, κακά τα ψέματα, ουδεμία απολύτως ευθεία απήχηση είχε στα νεοελληνικά γράμματα, να είναι υπεύθυνη για τη σημασία μιας τόσο διαδεδομένης λέξης.

Τσεκάρω το λεξικό του Τριανταφυλλίδη κι εκεί σβήνει το όνειρο ενός άρθρου που δε γράφτηκε ποτέ. Ο Μολιέρος, λέει το λεξικό, στη δική του δημοφιλή εκδοχή του Αμφιτρύωνα παρουσίασε την ίδια σκηνή, την οποία ξεπατίκωσε από τον Πλαύτο, με τα ίδια ονόματα. Και ύστερα από τις ιδιαίτερα επιτυχημένες παραστάσεις του έργου, η λέξη sosie πήρε το νόημα σωσίας. Από τα γαλλικά του Μολιέρου στα Νέα Ελληνικά το δάνειο, το οποίο είναι σχεδόν αντιδάνειο, είναι εύκολη υπόθεση. Από τον Πλαύτο δηλαδή μέσω Μολιέρου η κατά τα άλλα ελληνική λέξη σωσίας.

Το πάθημά μου θα μπορούσε να παρομοιαστεί με κάποιον που αφού είδε την ταινία του Φελίνι La dolce vita νόμισε ότι ο σκηνοθέτης/σεναριογράφος ονόμασε το νεαρό φωτογράφο Παπαράτσο γιατί συμπεριφέρεται σαν τους παπαράτσι, αγνοώντας ότι η λέξη παπαράτσι προέρχεται από το χαρακτήρα της ταινίας του Φελίνι.

Τελοσπάντων, με μπέρδεψε ο Πλαύτος γιατί συνήθως τα ονόματα των χαρακτήρων του όχι μόνο καθορίζονται από το ρόλο τους αλλά και διαμορφώνουν τη δραματική πλοκή. Πού να φανταστώ ότι ο ρόλος των χαρακτήρων του θα καθορίσει λέξεις στα Γαλλικά και τα Νέα Ελληνικά; Την πάτησα σαν πρωτάρης. Α, ξέχασα να πω ότι κάπου εκεί όταν κατάλαβα ότι έχτιζα πύργους στην άμμο, έσκισα και κάνα δυο πτυχία γαλλικών που έχω (παλιά και ληγμένα ομολογουμένως). Άντε κι αύριο ας ελπίσω ότι θα έχω καμιά καλύτερη ιδέα. Γιατί οι καιροί είναι πονηροί και δε σηκώνουν αστεία. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

(Στην εικόνα βλέπετε αμερικανό γερουσιαστή, σωσία του Παπαδήμου. Ο δε Παπαδήμος μακάρι να αποδειθχεί σωσίας με την άλλη έννοια της λέξης. Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση!).        

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Έργα και Ημέραι




Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες
η δουλειά κάνει τους άντρες
το γιαπί το πηλοφόρι το μυστρί

Λευτέρης Παπαδόπουλος

Ανήκω σε μια γενιά μεγάλο ποσοστό της οποίας πέρασε την τρίτη δεκαετία της ζωής της χωρίς καν να διανοηθεί ότι πρέπει να δουλέψει στα σοβαρά και να εξασφαλίσει τα προς το ζην χωρίς τη στοργική στήριξη του μπαμπά και της μαμάς. Για να βάλει και κάνα φράγκο στην άκρη ή να στηρίξει οικογένεια ούτε συζήτηση. Κι ας λέει ο λαϊκός στιχοπλόκος ότι η δουλειά κάνει τους άντρες κι ας λέει κι ο λαός μας ότι η δουλειά δεν είναι ντροπή.

Στην πραγματικότητα αυτό το λέει ο λαός μας εδώ και πολλούς αιώνες, συγκεκριμένα από την αρχαϊκή εποχή, την οποία τη θεωρούσε αρχαία ακόμη κι ο Πλάτωνας (φανταστείτε δηλαδή για πόσο παλιά σοφία μιλάμε). Στα Έργα και Ημέραι του Ησίοδου διαβάζουμε τον παρακάτω στίχο:

ἔργον δ᾽ οὐδὲν ὄνειδος, ἀεργίη δὲ τ᾽ ὄνειδος
Έργα και Ημέραι 311
η δουλειά δεν είναι ντροπή, η αεργία είναι ντροπή

Με την ανεργία που μαστίζει τον κόσμο στην Ελλάδα και το ηθικολογικό περίβλημα που στιγματίζει τον Ησίοδο εδώ και αιώνες ο παραπάνω στίχος ηχεί σήμερα ως παρότρυνση να υποκαταστήσουμε την απαισιοδοξία της απραγίας με την αισιοδοξία της πράξης. Μπορεί και να πέφτω έξω, μου φαίνεται όμως ότι οι πιο πολλοί θα ξαφνιαστούν όταν μάθουν ότι ο παραπάνω στίχος χρησιμοποιήθηκε από τους κατήγορους του Σωκράτη ως παράδειγμα ανήθικου στίχου που επέλεξε ο ανυπόδητος φιλόσοφος για να διαφθείρει τους νέους. Αυτά σύμφωνα με τον Ξενοφώντα (Απομνημονεύματα 1.2.56).

Θα πρέπει εδώ να λάβουμε υπόψη μας ότι ο Σωκράτης ουδέποτε δούλεψε στη ζωή του. Όχι μόνο γυρνούσε κουρελής κι άφηνε την οικογένειά του να πεινάει, αλλά κατηγορούσε και τους σοφιστές επειδή δίδασκαν επί χρήμασι. Φανταστείτε δηλαδή σήμερα κάποιος να κατηγορεί τους δασκάλους και τους καθηγητές επειδή πληρώνονται. Αν και με τις περικοπές οι τελευταίοι τείνουν να καταντήσουν σωκρατικές φιγούρες.

Επομένως, ο κατήγορος μπορεί και να έχει κάποια δίκια. Η κατηγορία στηρίζεται στην ερμηνεία του ησιόδειου στίχου. Αν πάρουμε το οὐδέν  με το ἔργον, τότε πρέπει να μεταφράσουμε «καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή». Αυτό όμως πάει να πει ότι και η κλεψιά, η απατεωνιά, η ένθερμη υποστήριξη της τυραννίας και κάθε άλλο κακούργημα δεν είναι ντροπή. Άρα ο Σωκράτης επέλεξε τον πιο ανήθικο στίχο του Ησίοδου για να παρακινήσει τη νεολαία να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα. Μια σκληρή δουλειά στην οποία και στις μέρες μας πολλοί άνεργοι και άεργοι επιδίδονται.

Ο Σωκράτης φυσικά δε μασάει από τέτοια. Λέει ότι το οὐδέν συντάσσεται με το ὄνειδος και ερμηνεύει το στίχο όπως μετέφρασα κι εγώ «η δουλειά δεν είναι ντροπή». Έτσι, εξηγεί ο φιλόσοφος, το ἔργο σημαίνει την καλή εργασία, ενώ η ἀεργίη δεν είναι απαραίτητα η τεμπελιά αλλά η ενασχόληση με επιζήμιες λοβιτούρες. Αργία μήτηρ πάσης κακίας δηλαδή.

Η ιστοριούλα του Ξενοφώντα μου θυμίζει τους διαξιφισμούς του Σωκράτη με τους σοφιστές. Στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα των σοφιστών ο Ησίοδος και ο Όμηρος είχαν κεντρική θέση κυρίως γιατί προσφέρονταν για αλληγορικές ερμηνείες και είχαν τεράστιο κύρος και πανελλήνια εμβέλεια (οι σοφιστές θυμίζω ήταν περιφερόμενοι δάσκαλοι). Ο Σωκράτης συναγωνίζεται με τον Πρωταγόρα στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα για την ερμηνεία ενός δύσκολου ποιήματος του Σιμωνίδη. Και στο δικαστήριο, φαίνεται να υπονοεί η ιστορία του Ξενοφώντα, ο Σωκράτης είχε να τα βάλει με τις σοφιστείες των κατηγόρων του.

Ας αφήσουμε όμως το Σωκράτη, τους σοφιστές και τη δικομανία της κλασικής Αθήνας κι ας γυρίσουμε στη στέρφα Άσκρα της Βοιωτίας, εκεί που έβοσκε τα πρόβατά του ο Ησίοδος. Το αρχαϊκό έπος εμένα με εμπνέει περισσότερο. Ο Ησίοδος είναι η πρώτη προσωπική φωνή της δυτικής λογοτεχνίας. Ο πρώτος ποιητής που παρουσίασε τον εαυτό του, μας είπε το όνομά του, μίλησε για τα οικογενειακά του προβλήματα και την πάλη του να επιβιώσει και να ξεπεράσει τη φτώχια του σε έναν άγονο και αφιλόξενο τόπο εξορίας. Η πρώτη αυτή προσωπική φωνή μας λέει ότι ο καθένας μας ατομικά μπορεί να δουλέψει ενάντια στις συλλογικές αντιξοότητες. Και μια τέτοια φωνή, ερχόμενη από τα βάθη της αρχαϊκής εποχής όπου οι έννοιες της ατομικής πρωτοβουλίας και της προόδου ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες, είναι συγκλονιστική.  

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο δημοφιλείς στίχοι του Ησίοδου στην αρχαιότητα είναι οι παρακάτω:

τὴν μέν τοι κακότητα καὶ ἰλαδὸν ἔστιν ἑλέσθαι
ῥηιδίως· λείη μὲν ὁδός, μάλα δ’ ἐγγύθι ναίει·
τῆς δ’ ἀρετῆς ἱδρῶτα θεοὶ προπάροιθεν ἔθηκαν
ἀθάνατοι· μακρὸς δὲ καὶ ὄρθιος οἶμος ἐς αὐτὴν
καὶ τρηχὺς τὸ πρῶτον· ἐπὴν δ’ εἰς ἄκρον ἵκηται, 
ῥηιδίη δὴ ἔπειτα πέλει, χαλεπή περ ἐοῦσα.
Έργα και Ημέραι 287-92

Η μιζέρια είναι διαθέσιμη σε αφθονία κι εύκολα θα την αρπάξεις· ο δρόμος είναι ομαλός και κατοικεί κοντά· αλλά μπροστά από την αριστεία οι αθάνατοι θεοί έβαλαν πολύ ιδρώτα· και μακρύς κι ανηφορικός και δύσβατος ο δρόμος που οδηγεί εκεί· αλλά όταν φτάσει κάποιος στην κορυφή, ύστερα είναι εύκολη, αν και ήταν δύσκολη.

Το πρόβλημα με το παραπάνω χωρίο είναι ότι, όπως ο στίχος για το ότι η δουλειά δεν είναι ντροπή, κατακλύστηκε από ηθικολογικές ερμηνείες πολύ νωρίς. Ο Πρόδικος στήριξε την περίφημη ιστορία του για το σταυροδρόμι του Ηρακλή και τους δρόμους της αρετής και της κακίας. Ο Τυρταίος ερμήνευσε την αρετή με ομηρικούς όρους και μίλησε για τα ανδραγαθήματα του πολέμου υπό το πρίσμα του Ησιόδου. Αυτό μου φαίνεται ότι παρερμηνεύει τον Ησίοδο, ο οποίος συστηματικά υπονομεύει τον αριστοκρατικό και πολεμοχαρή κόσμο του Ομήρου, αντιπροτείνοντας ειρήνη και σκληρή δουλειά. Ο Πλάτωνας, θέλοντας σώνει και καλά να πετάξει έξω από την πολιτεία του τον Ησίοδο και τον Όμηρο, παραλείπει ξεδιάντροπα τον στίχο 292 και λέει ότι ουσιαστικά ο Ησίοδος μας παροτρύνει να διαλέξουμε την εύκολη λύση της κακίας (Πολιτεία 364c)!

Νομίζω όμως ότι αν ξεμπερδέψουμε με όλες αυτές τις ηθικολογικές ερμηνείες μπορούμε να αποκαταστήσουμε το χωρίο στα αρχαϊκά του συμφραζόμενα. Παραδόξως, αυτή η στροφή προς τα πίσω αναδεικνύει τον Ησίοδο ως ένα ιδιαίτερα σύγχρονο ποιητή. Τη λέξη κακότητα τη μετέφρασα ως «μιζέρια» και την αρετή ως «αριστεία», πολύ απλά γιατί οι λέξεις αυτές είχαν περισσότερο να κάνουν με υλικές απολαβές, αυτό που θα λέγαμε σήμερα ποιότητα ζωής, παρά με ηθικολογικά κηρύγματα τύπου Πρόδικου και Πλάτωνα.

Όποιος δουλεύει σκληρά, ζει άνετα φαίνεται να λέει ο Ησίοδος. Όποιος δεν δουλεύει κερδίζει άφθονη μιζέρια. Προσέξτε την ειρωνεία ανάμεσα στην αφθονία και την ένδεια της μίζερης ζωής, η οποία προβάλλεται και με την εμφατική figura etymologica (οι λέξεις ἰλαδὸν και ἑλέσθαι έχουν την ίδια ετυμολογική ρίζα). Εντύπωση μου κάνει επίσης ότι ο Ησίοδος λέει ότι η διατήρηση της κορυφής είναι πολύ πιο εύκολη από την κατάκτησή της. Όταν επιτύχει κανείς τους στόχους του μπορεί να απολαύσει τους καρπούς των κόπων του.

Πολλοί θα διαφωνήσουν ότι η οικονομική και επαγγελματική επιτυχία είναι το άκρον άωτον της ενάρετης ζωής. Πολύς λόγος πέφτει για το ότι η κοινωνία μας αποθεώνει τα υλικά αγαθά και ξεχνά άλλα πιο σημαντικά πράματα. Αλλά αυτά έχουν να κάνουν εν πολλοίς με την τρέχουσα ηθικολογική αερολογία, η οποία, φευ, πολύ υποδεέστερη είναι του Πλάτωνος και τους Σωκράτους. Όταν η φτώχια πιάνει πάτο, πολλά τέτοια λόγια ακούγονται βερεσέ.

Περίπου οχτώ αιώνες αργότερα, ο Βιργίλιος, εμπνευσμένος από τα Έργα του Ησίοδου, θα γράψει στα Γεωργικά του: «τα πάντα νικά η δουλειά» (omnia uincit labor). Παραφράζοντας και υπονομεύοντας το «τα πάντα νικά ο έρως» (omnia uincit amor), απαράβατη αρχή της ερωτικής ελεγείας, ο Βιργίλιος θα παρακινήσει τους Ρωμαίους να ξυπνήσουν από την αστική τους ραστώνη, να αφήσουν τη μιζέρια της ελεγειακής καψούρας και να στρωθούνε στη δουλειά.    

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Η Μάσκα της Τραγωδίας (2)

κυριωτέρα περὶ τὴν ἀπεργασίαν τῶν ὄψεων ἡ τοῦ σκευοποιοῦ τέχνη
Αριστοτέλης, Ποιητική 1450b.20

για την αποτελεσματικότητα όσων βλέπουμε η πιο βασική τέχνη είναι αυτή του κατασκευαστή μασκών

Ξέρω, έχω ξαναγράψει κείμενο με αυτόν τον τίτλο, μόνο που δεν μίλησα για τη μάσκα, αλλά για το πώς η σύμβαση των τριών υποκριτών στην αρχαιοελληνική τραγωδία όχι μόνο δεν περιόρισε τη θεατρική τέχνη των ποιητών, αλλά αποδείχθηκε ουσιαστικό δραματικό εργαλείο στα χέρια των τριών μεγάλων τραγικών μας (το "μας" το χώνω έτσι για να λαϊκίσω λίγο). Τώρα όμως θα σας πω για τη μάσκα, σταράτα πράματα.

Είναι γνωστό ακόμη και σε μη μύστες της διονυσιακής λατρείας ότι στην κλασική Αθήνα όλοι οι υποκριτές και όλος ο χορός φορούσαν μάσκες. Και στις τραγωδίες και στις κωμωδίες. Η εξήγηση που κυκλοφορεί στην πιάτσα είναι ότι η μάσκα ήταν τελετουργικό σύμβολο (κάτι σαν θρησκευτικό φετίχ) άμεσα συνδεδεμένο με τον αρχέγονα θρησκευτικό χαρακτήρα της τραγωδίας, την έκσταση κτλ. Επίσης κυκλοφορεί στην πιάτσα (όχι μόνο στη φιλολογική αλλά και τη θεατρική) ότι με τη μάσκα εκφραζόταν ένα και μόνο συναίσθημα. Όσον αφορά την τραγωδία (για την κωμωδία θα σας γελάσω, ακόμα κι ο Αριστοτέλης τα βρήκε μπαστούνια εκεί), αυτή η συναισθηματική στατικότητα αντικατοπτρίζει το αμετάβλητο μεγαλείο των τραγικών ηρώων. Ο τραγικός ήρωας δηλαδή δεν άγεται και φέρεται από συναισθήματα σαν τον απλό κοσμάκη. Η πεμπτουσία της ψυχοσύνθεσής του παραμένει η ίδια βρέξει χιονίσει. Και το βάθος του χαρακτήρα του αποτυπώνεται στην επιφάνεια της μάσκας.

Μ' αυτά και μ' αυτά οι σύγχρονες παραστάσεις ξεφορτώθηκαν τις μάσκες (και αν έχετε δει παράσταση αρχαίας τραγωδίας με μάσκες, να μου γράψετε). Σου λέει, καλύτερα η εκφραστικότητα του ανθρώπινου προσώπου παρά το ξύλινο προσωπείο της μάσκας. Έτσι ικανοποιείται και το ψώνιο των ηθοποιών άλλωστε. Και δεν μπορεί τώρα ο Οιδίποδας να έχει τα ίδια μούτρα στην αρχή της τραγωδίας όταν είναι προβληματισμένος πλην αποφασισμένος, στη συνέχεια όταν είναι εξοργισμένος και στο τέλος όταν είναι συντετριμμένος. Για να μην πω για τον φύλακα στην αρχή του Αγαμέμνονα που αλλάζει συναισθήματα (έκπληξη, φόβος, οργή, λύπη, ντροπή) κάθε τρεις στίχους.

Κι όμως, σ' αυτόν τον κόσμο και τα πιο καθιερωμένα οικοδομήματα καταρρέουν. Ειδικά αν έχουν σάπια θεμέλια. Εν έτει 2011, ο Peter Meineck, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU) και καλλιτεχνικός διευθυντής στο Aquila Theatre της πόλης που δεν κοιμάται ποτέ, έρχεται να αμφισβητήσει τις απόψεις περί ακαμψίας της θεατρικής μάσκας και να ταράξει τον ύπνο κλασικών κειμένων που αναπαύονται μακάρια σε σκονισμένα ράφια εδώ και αιώνες. Και όχι μόνο τα κείμενα να ξυπνήσει, αλλά και τους ανθρώπους του θεάτρου που πίστεψαν αυτά που τους έλεγαν οι φιλόλογοι (αυτοί που έχουν τα σκονισμένα ράφια δηλαδή). Κι όποιος πιστεύει ότι έχουμε τελειώσει με τις ερμηνείες της τραγωδίας, ας περάσει μια βόλτα από το NYU.

Ας φανταστούμε λίγο το σκηνικό της παράστασης μιας αρχαίας τραγωδίας. Το θέατρο είναι ανοιχτό και απλό (ξύλινο κατά βάση, τα πέτρινα θέατρα τύπου Επιδαύρου είναι μεταγενέστερα). Ο θεατής στο ανοιχτό θέατρο πολύ πιο εύκολα θα αφαιρεθεί, κακά τα ψέματα. Ειδικά αν έχει θέα την Ακρόπολη και είναι μέρα. Ο φωτισμός είναι φυσικός και για να μην αποσπασθεί η προσοχή των θεατών θέλει κόπο. Σε ένα τέτοιο φυσικό περιβάλλον, η μάσκα σε πρώτη φάση δημιουργεί μια διακριτή αίσθηση θεατρικότητας, λειτουργεί ως εργαλείο ανοικείωσης. Η μη φυσικότητα της μάσκας δηλαδή δημιουργεί την απαραίτητη απόσταση από το ρεαλιστικό περιβάλλον του παρόντος στο μυθικό κόσμο της τραγωδίας. Μέσω αυτής της αντίστιξης όμως γίνεται αμέσως το επίκεντρο της προσοχής των θεατών. Όλα τα βλέμματα πέφτουν στο προσωπείο του υποκριτή.

Κατά πόσο όμως το προσωπείο αυτό είναι αμετάβλητο; Ο Meineck αναφέρει πολύ εύστοχα το παράδειγμα της Mona Lisa. Το μυστηριώδες χαμόγελο της Τζοκόντα προβάλλει την πολύπτυχη αμφισημία του καθώς εναλλάσσεται με το εντυπωσιακό τοπίο από πίσω. Προσπαθήστε να εστιάσετε όσο γίνεται πιο κοντά στο χαμόγελο, στη συνέχεια αφήστε το βλέμμα σας να ξεκουραστεί στο τοπίο και επιστρέψτε στο χαμόγελο. Η αινιγματική πολυμορφία του πιο διάσημου χαμόγελου γίνεται έτσι εμφανής.


Ας γυρίσουμε τώρα στην αρχαία παράσταση. Το βλέμμα των θεατών εναλλάσσεται ανάμεσα στη μάσκα, η θεατρικότητα της οποίας προσελκύει το κοινό, και το φυσικό τοπίο. Η εναλλαγή αυτή, ανάμεσα στην θεατρική εστίαση και τη φυσική διάχυση του βλέμματος, δημιουργεί ένα αποτέλεσμα παρόμοιο με το χαμόγελο της Τζοκόντα. Τα συναισθήματα που βλέπει κάποιος στη μάσκα αλλάζουν. Κι αν αυτή η ανάλυση έχει βάση, τα περί στατικότητας της μάσκας πάνε περίπατο.

Φυσικά, πέρα από την εναλλαγή ανάμεσα στη θεατρική εστίαση στη μάσκα και την οπτική διάχυση στο φυσικό περιβάλλον βασικό ρόλο παίζει η κίνηση, η μουσική, ο χορός και ο λόγος στον ορισμό των συναισθημάτων. Και η αρχαία τραγωδία είχε από όλα αυτά. Ας πάρουμε το διάσημο παράδειγμα του ρώσου σκηνοθέτη Λεβ Κουλέσοφ. Το 1917 ο Κουλέσοφ γύρισε ένα μικρό φιλμάκι στο οποίο βλέπουμε για λίγο το πρόσωπο ενός ανθρώπου, στη συνέχεια βλέπουμε μια σούπα, ύστερα πάλι το πρόσωπο του ανθρώπου, στη συνέχεια ένα νεκρό μωρό, ύστερα πάλι το πρόσωπο του ανθρώπου, και στη συνέχεια μια ωραία γυναίκα, και τέλος πάλι το πρόσωπου του ανθρώπου. Και στις τρεις περιπτώσεις βλέπουμε ακριβώς την ίδια έκφραση του προσώπου (η ίδια λήψη δηλαδή προβάλλεται τρεις φορές). Κι όμως ο εγκέφαλός μας ερμηνεύει την έκφραση διαφορετικά. Ο ηθοποιός φαίνεται πεινασμένος μετά τη σούπα, θλιμμένος μετά το νεκρό παιδί και λάγνος μετά τη γυναίκα. Ρίξτε μια ματιά:


Κι όλα αυτά χωρίς ο ηθοποιός μας (ονόματι Ivan Mozzhukhin) να φοράει μάσκα, αλλά μόνο το έντονο make up του βωβού κινηματογράφου. Παραδόξως, επειδή η μάσκα στερείται των πολλαπλών εκφραστικών αποχρώσεων που προκαλούνται από τους πολυάριθμους μυς του προσώπου μας, ο εγκέφαλός μας γίνεται πιο δημιουργικός όταν βλέπει μια μάσκα, καθώς αυτόματα αισθάνεται την ανάγκη να συμπληρώσει τους συναισθηματικούς σπασμούς του προσώπου και να χαράξει εκφραστικές γραμμές στην επιφάνεια της μάσκας. Ο θεατής έτσι παίρνει ενεργητικό μέρος στην παράσταση. Δεν είναι παθητικός αποδέκτης αλλά συμπάσχει ενεργά σκιαγραφώντας πρόσωπα πάνω στο προσωπείο. Έτσι η μάσκα παίζει καταλυτικό ρόλο στο να μοιράζεται το κοινό τα συναισθήματα των ηρώων, πράμα πολύ βασικό στην τραγωδία όπως μας λέει ο Αριστοτέλης.

Ένα άλλο πείραμα καταδεικνύει ακριβώς αυτό το παράδοξο. Ότι η μάσκα δηλαδή, λόγω της φαινομενικής αδιαλλαξίας της καταλήγει να είναι πιο εκφραστική από το ανθρώπινο πρόσωπο. Ο εγκέφαλός μας είναι προγραμματισμένος να αναγνωρίζει πρόσωπα και συναισθήματα όπως αυτά αποτυπώνονται στα πρόσωπα. Καθώς η μάσκα περιορίζει αυτές τις δυνατότητες, οι εγκεφαλικοί νευρώνες αισθάνονται την ανάγκη να συμπληρώσουν τα κενά και να δημιουργήσουν παραισθήσεις οι οποίες εν τέλει προσλαμβάνονται ως βιώματα. Στο πείραμά μας, ζήτησαν από έναν εθελοντή να μπει στη σκηνή και να καθίσει σε μια καρέκλα για πέντε λεπτά χωρίς να κάνει τίποτα. Το κοινό ύστερα ρωτήθηκε πώς αισθάνεται ο ηθοποιός, πού βρίσκεται και τι σκέφτεται. Στη συνέχεια ζήτησαν από ένα δεύτερο εθελοντή να κάνει το ίδιο και ρώτησαν το κοινό τις ίδιες ερωτήσεις. Τα σενάρια που προέκυψαν από τις δύο περιπτώσεις ήταν ριζικά διαφορετικά. Οι λόγοι βέβαια μπορεί να είναι πολλοί, αλλά μια αιτία σίγουρα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να καθίσει για πέντε λεπτά "χωρίς να κάνει τίποτα". Οι κινήσεις και το πρόσωπο θα προκαλέσουν ερμηνείες. Και τα διαφορετικά πρόσωπα των δύο εθελοντών οδήγησαν το κοινό σε διαφορετικά σενάρια.

Το ίδιο πείραμα επαναλήφθηκε, αλλά τώρα οι ηθοποιοί φορούσαν μάσκα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η μάσκα αποδείχθηκε πολύ πιο αμφίσημη και δυσερμήνευτη από το γυμνό πρόσωπο (κάθε άλλο παρά απλή και στατική δηλαδή), αλλά και ότι τα σενάρια του κοινού ήταν πολύ πιο ποικίλα και σύνθετα. Το κοινό προσλαμβάνει τη θεατρικότητα της μάσκας και ως αποτέλεσμα μυείται στη δραματική εμπειρία όχι προσλαμβάνοντας παθητικά αλλά συμμετέχοντας ευφάνταστα. Η μάσκα έτσι ανοίγει ένα ολόκληρο πεδίο δραματικών δυνατοτήτων αντί να περιορίζει την έκφραση των υποκριτών και το ενδιαφέρον των θεατών.

Είναι αλήθεια ότι για τις μάσκες της αρχαιοελληνικής τραγωδίας ξέρουμε λίγα πράματα. Δεν έχουν καμία σχέση πάντως με τις μεγάλες και παραμορφωμένες μάσκες της ελληνιστικής εποχής που συνήθως έχουμε στο μυαλό μας. Παραστάσεις σε αγγεία δείχνουν ότι οι μάσκες της κλασικής τραγωδίας ήταν ιδιαίτερα ρεαλιστικές και καθόλου υπερβολικές:



Παραδόξως αυτός ο ρεαλισμός του προσωπείου κινεί πιο δραστικά τη φαντασία των εγκεφαλικών νευρώνων που συμπληρώνουν πιο εύκολα επίπλαστες συναισθηματικές εκφράσεις πάνω σε μια αληθοφανή μάσκα.

Αξίζει επίσης να αναφέρω τις μάσκες του γιαπωνέζικου θεάτρου Νο, οι οποίες ξέρουμε ότι αλλάζουν έκφραση ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία θα τις δούμε. Ιδού ένα παράδειγμα:

   
Έχει διαπιστωθεί ότι οι μάσκες αυτές αλλάζουν εκφράσεις ανάλογα με την οπτική γωνία και το φωτισμό σε μεγαλύτερο βαθμό από ένα ακίνητο ανθρώπινο πρόσωπο όταν το προσεγγίζουμε από διαφορετικές γωνίες.

Είχαν άραγε οι αρχαιοελληνικές μάσκες παρόμοιες εκφραστικές δυνατότητες; Δεν θα το μάθουμε μάλλον ποτέ. Αυτό που λέει ο Αριστοτέλης πάντως (και το οποίο παραθέτω στην αρχή) για την τέχνη του σκευοποιού μαρτυρεί ότι η κατασκευή της μάσκας δεν ήταν απλή υπόθεση. Η ελληνική λέξη 'πρόσωπο' πάντως είναι φανταστική αν αναλογιστούμε την οπτική γωνία του ορισμού της. Σημαίνει 'αυτό που βρίσκεται μπροστά στο βλέμμα μας' και άρα δηλώνει ότι το πρόσωπο δεν υπάρχει αυτόνομα αλλά προϋποθέτει αυτόν που το βλέπει. 


Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Διάλογος για την Παιδεία





Πόσοι  άραγε θα γνώριζαν τον Oscar Schidler αν δεν τον έκανε ταινία ο Σπίλμπερκ ή πόσοι γνωρίζουν την ηρωϊκή ομάδα του Claus von Stauffenberg (αυτός πέρα από τα βασανιστήρια του Χίτλερ υπέστη και τον Τομ Κρουζ) ή τον δικηγόρο Hans Litten, που εξέθεσε και εξόργισε τον Χίτλερ στο δικαστήριο και την ιστορία του οποίου προβάλλει σήμερα το BBC; Σίγουρα όχι περισσότεροι από αυτούς που είχαν στο μυαλό τους το στερεότυπο του κτηνώδους Γερμανού του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι απάνθρωποι σφαγείς της ναζιστικής Γερμανίας έχασαν τον πόλεμο αλλά τα αποτρόπαια εγκλήματά τους στιγμάτισαν μια, αν όχι δυο, αν όχι περισσότερες γενιές Γερμανών. Αντίθετα, η πληθώρα των Γερμανών πολιτών, διανοούμενων, επιχειρηματιών και στρατιωτικών που αντιστάθηκε στη ναζιστική πυγμή και οι Γερμανοί που πλήρωσαν την αντίστασή τους με το αίμα τους έχουν περάσει στο περιθώριο. Η ταινία του Σπίλμπερκ προβλήθηκε το 1993, ενώ είχαν προηγηθεί δεκαετίας ταινιών όπου οι Γερμανοί ήταν απλώς οι "κακοί" και όλοι οι υπόλοιπο οι "καλοί" (παρεμπιπτόντως αυτή τη συνταγή μαζικής παραγωγής στερεοτύπων αντέγραψε η ψυχροπολεμική Αμερική και παρουσίαζε "κακούς" Ρώσους).

Θα μου επιτρέψετε να κάνω έναν τραβηγμένο, αν όχι παντελώς ατυχή, παραλληλισμό με το τι συμβαίνει σήμερα στη συζήτηση περί του νομοσχεδίου για την παιδεία. Το μόνο πράγμα που προβάλλεται είναι το σαθρό κατεστημένο του ελληνικού πανεπιστημίου, το οποίο κρίνεται, κατακρίνεται, αλλά επί της ουσίας θριαμβεύει καθώς έχει τον πρώτο λόγο. Το σε τι κακό χάλι βρίσκεται το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν χρειάζεται πολλή ανάλυση. Το ότι γι' αυτό το χάλι υπεύθυνη είναι τόσο η σημερινή πολιτική ηγεσία (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) όσο και οι ακαδημαϊκοί οι διοικούντες το πανεπιστήμιο ούτε αυτό θέλει πολλή φιλοσοφία. Το ότι ακριβώς αυτές οι δύο ομάδες πασχίζουν να μας πείσουν ότι κόπτονται για το επίπεδο του ελληνικού πανεπιστημίου είναι απλώς για γέλια. Και παρακολουθούμε μια ατέρμονη διαμάχη ανάμεσα στα παπαγαλάκια των μίντια και τους μανδαρίνους του ακαδημαϊκού κατεστημένου. Αυτό είναι το επίπεδο συζήτησης για την παιδεία.

Οι πρυτάνεις του ΑΠΘ και του Καποδιστριακού δείχνουν απλά το επίπεδό τους και την αγραμματοσύνη τους με τις δημοσιεύσεις τους στον εγχώριο τύπο. Οι δε γνωστοί δημοσιογράφοι-ξερόλες (οι οποίοι δεν ξέρω πόσα χρόνια έχουν να πατήσουν στο πανεπιστήμιο) ανταπαντούν. Η "Καθημερινή" κρίνει και κατακρίνει συλλήβδην την ακαδημαϊκή κοινότητα βλέποντας την κατάντια των πανεπιστημιακών, η δε "Ελευθεροτυπία" σιγοντάρει τους αμύντορες της πανεπιστημιακής μετριότητας και του ασύλου ανιάτων. Συζητήσεις επί συζητήσεων και αντεγκλήσεις επί αντεγκλήσεων.

Η Άννα Διαμαντοπούλου δασκαλεύει τους ακαδημαϊκούς δασκάλους που ξεκινάν το αντάρτικο και λένε κυνικά ότι δεν θα υπακούσουν στους νόμους του κράτους. Καλά κάνει η υπουργός και τους κατακρίνει. Θα ήθελα πρώτα όμως να την δω να κλείνει τα ΤΕΙ Κοζάνης για να μας πείσει για το πόσο αποφασισμένη είναι, και μετά να κάνει την καμπόση ότι θα εξαλείψει τις πολιτικές παρατάξεις στα πανεπιστήμια. Φτάσαμε στο σημείο τα κόμματα να λένε ότι τα κόμματα δεν έχουν θέση στο πανεπιστήμιο. Τους τραμπούκους της ΠΑΣΠ και της ΔΑΠ δηλαδή ποιος τους έδωσε δύναμη αν όχι τα κόμματά τους; Πλήρης σχιζοφρένεια δηλαδή.

Και έρχομαι στο ψητό. Από αυτό το χορό του "διαλόγου" για την παιδεία έχουν περιθωριοποιηθεί τελείως τα υγιή μέλη της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας. Αυτά τα μέλη, πιστέψτε με σας μιλάω από πρώτο χέρι, και υπάρχουν και δεν είναι εξαιρέσεις. Και είναι και θαύμα ανεξήγητο για μένα ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί και καλοί επιστήμονες στα ελληνικά πανεπιστήμα. Και αυτοί δεν είναι οι πέντε δέκα ακαδημαϊκοί μαϊντανοί που αρθρογραφούν στο "Βήμα" και παρουσιάζονται στα κανάλια.

Υπάρχει μια παράδοξη δυναμική και το παράδοξό της έγκειται στο εξής: Αφενός οι έλληνες ακαδημαϊκοί που είναι γνωστοί στην ευρύτερη ελληνική κοινωνία είναι παντελώς άγνωστοι στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα. Αφετέρου οι έλληνες ακαδημαϊκοί που είναι γνωστοί στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα είναι παντελώς αφανείς και περιθωριοποιημένοι στην ελληνική κοινωνία. Και μην περιμένετε τον Πάσχο Μανδραβέλη της "Καθημερινής" να τους ανακαλύψει. Είναι πιο εύκολο γι' αυτόν να καταπιαστεί με τους σάπιους. Όμοιος ομοίω. Όπως είπε κι ο Δημοσθένης άλλωστε, η ανθρώπινη φύση αρέσκεται στο να ακούει επικρίσεις περισσότερο από επαίνους.

Θα μου πείτε γιατί όλοι αυτοί οι λαμπροί επιστήμονες των ελληνικών πανεπιστημίων δεν προσπαθούν να προβληθούν περισσότερο. Μα προσπαθούν. Πηγαίνουν σε διεθνή συνέδρια με δικά τους χρήματα, δημοσιεύουν σε ακαδημαϊκά περιοδικά διεθνούς εμβέλειας, διδάσκουν φοιτητές τους οποίους ύστερα στέλνουν με υποτροφίες στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, ενώ ο μισθός τους είναι λιγότερος από το μισθό κλητήρα στο υπουργείο οικονομικών. Οι δε συνθήκες εργασίας τους στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι βγαλμένες από το χειρότερο καφκικό εφιάλτη. Τώρα αν με όλο αυτό το έργο που παράγουν, και μάλιστα χωρίς να πληρώνονται αξιοπρεπώς ή να αναγνωρίζονται ηθικώς, δεν έχουν χρόνο να το παίξουν αγανακτισμένοι ή να βγουν στην τηλεόραση ή να αρθρογραφήσουν στο "Βήμα", συμπαθάτε τους. 

Αντ' αυτού, ακούμε τα ίδια και τα ίδια για τους διεφθαρμένους και τους βολεμένους. Αν αυτή η στηλίτευση οδηγούσε σε κάποια αλλαγή, τότε θα είχε κάποιο σκοπό. Δεν οδηγεί όμως. Το μόνο που αξίζει στην κάστα των καρεκλοκένταυρων αγραμμάτων που λυμαίνεται το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι η αφάνεια. Αντ' αυτού αυτοί χαίρουν πλήρους προβολής (θετικής ή αρνητικής λίγη σημασία έχει για ανθρώπους του σιναφιού τους), ενώ τα δυναμικά μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας που μπορούν πραγματικά να φέρουν τα πάνω κάτω παραμένουν παντελώς περιθωριοποιημένα. Και αυτό νομίζω είναι η ρίζα του προβλήματος και όχι απλώς ένα παράπλευρο σύμπτωμα.

Και πολύ φοβάμαι ότι το ίδιο πάνω κάτω συμβαίνει και σε άλλους χώρους, όχι μόνο στο πανεπιστήμιο, απλώς αυτό ξέρω λίγο καλύτερα και γι' αυτό μιλάω. Ας αφήσουμε λοιπόν τον Γκέμπελς (που ήξερε καλά ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να σε αγνοούν) και ας ασχοληθούμε με τους Σίντλερ του ελληνικού πανεπιστημίου.