
Πόσοι άραγε θα γνώριζαν τον Oscar Schidler αν δεν τον έκανε ταινία ο Σπίλμπερκ ή πόσοι γνωρίζουν την ηρωϊκή ομάδα του Claus von Stauffenberg (αυτός πέρα από τα βασανιστήρια του Χίτλερ υπέστη και τον Τομ Κρουζ) ή τον δικηγόρο Hans Litten, που εξέθεσε και εξόργισε τον Χίτλερ στο δικαστήριο και την ιστορία του οποίου προβάλλει σήμερα το BBC; Σίγουρα όχι περισσότεροι από αυτούς που είχαν στο μυαλό τους το στερεότυπο του κτηνώδους Γερμανού του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι απάνθρωποι σφαγείς της ναζιστικής Γερμανίας έχασαν τον πόλεμο αλλά τα αποτρόπαια εγκλήματά τους στιγμάτισαν μια, αν όχι δυο, αν όχι περισσότερες γενιές Γερμανών. Αντίθετα, η πληθώρα των Γερμανών πολιτών, διανοούμενων, επιχειρηματιών και στρατιωτικών που αντιστάθηκε στη ναζιστική πυγμή και οι Γερμανοί που πλήρωσαν την αντίστασή τους με το αίμα τους έχουν περάσει στο περιθώριο. Η ταινία του Σπίλμπερκ προβλήθηκε το 1993, ενώ είχαν προηγηθεί δεκαετίας ταινιών όπου οι Γερμανοί ήταν απλώς οι "κακοί" και όλοι οι υπόλοιπο οι "καλοί" (παρεμπιπτόντως αυτή τη συνταγή μαζικής παραγωγής στερεοτύπων αντέγραψε η ψυχροπολεμική Αμερική και παρουσίαζε "κακούς" Ρώσους).
Θα μου επιτρέψετε να κάνω έναν τραβηγμένο, αν όχι παντελώς ατυχή, παραλληλισμό με το τι συμβαίνει σήμερα στη συζήτηση περί του νομοσχεδίου για την παιδεία. Το μόνο πράγμα που προβάλλεται είναι το σαθρό κατεστημένο του ελληνικού πανεπιστημίου, το οποίο κρίνεται, κατακρίνεται, αλλά επί της ουσίας θριαμβεύει καθώς έχει τον πρώτο λόγο. Το σε τι κακό χάλι βρίσκεται το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν χρειάζεται πολλή ανάλυση. Το ότι γι' αυτό το χάλι υπεύθυνη είναι τόσο η σημερινή πολιτική ηγεσία (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) όσο και οι ακαδημαϊκοί οι διοικούντες το πανεπιστήμιο ούτε αυτό θέλει πολλή φιλοσοφία. Το ότι ακριβώς αυτές οι δύο ομάδες πασχίζουν να μας πείσουν ότι κόπτονται για το επίπεδο του ελληνικού πανεπιστημίου είναι απλώς για γέλια. Και παρακολουθούμε μια ατέρμονη διαμάχη ανάμεσα στα παπαγαλάκια των μίντια και τους μανδαρίνους του ακαδημαϊκού κατεστημένου. Αυτό είναι το επίπεδο συζήτησης για την παιδεία.
Οι πρυτάνεις του ΑΠΘ και του Καποδιστριακού δείχνουν απλά το επίπεδό τους και την αγραμματοσύνη τους με τις δημοσιεύσεις τους στον εγχώριο τύπο. Οι δε γνωστοί δημοσιογράφοι-ξερόλες (οι οποίοι δεν ξέρω πόσα χρόνια έχουν να πατήσουν στο πανεπιστήμιο) ανταπαντούν. Η "Καθημερινή" κρίνει και κατακρίνει συλλήβδην την ακαδημαϊκή κοινότητα βλέποντας την κατάντια των πανεπιστημιακών, η δε "Ελευθεροτυπία" σιγοντάρει τους αμύντορες της πανεπιστημιακής μετριότητας και του ασύλου ανιάτων. Συζητήσεις επί συζητήσεων και αντεγκλήσεις επί αντεγκλήσεων.
Η Άννα Διαμαντοπούλου δασκαλεύει τους ακαδημαϊκούς δασκάλους που ξεκινάν το αντάρτικο και λένε κυνικά ότι δεν θα υπακούσουν στους νόμους του κράτους. Καλά κάνει η υπουργός και τους κατακρίνει. Θα ήθελα πρώτα όμως να την δω να κλείνει τα ΤΕΙ Κοζάνης για να μας πείσει για το πόσο αποφασισμένη είναι, και μετά να κάνει την καμπόση ότι θα εξαλείψει τις πολιτικές παρατάξεις στα πανεπιστήμια. Φτάσαμε στο σημείο τα κόμματα να λένε ότι τα κόμματα δεν έχουν θέση στο πανεπιστήμιο. Τους τραμπούκους της ΠΑΣΠ και της ΔΑΠ δηλαδή ποιος τους έδωσε δύναμη αν όχι τα κόμματά τους; Πλήρης σχιζοφρένεια δηλαδή.
Και έρχομαι στο ψητό. Από αυτό το χορό του "διαλόγου" για την παιδεία έχουν περιθωριοποιηθεί τελείως τα υγιή μέλη της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας. Αυτά τα μέλη, πιστέψτε με σας μιλάω από πρώτο χέρι, και υπάρχουν και δεν είναι εξαιρέσεις. Και είναι και θαύμα ανεξήγητο για μένα ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί και καλοί επιστήμονες στα ελληνικά πανεπιστήμα. Και αυτοί δεν είναι οι πέντε δέκα ακαδημαϊκοί μαϊντανοί που αρθρογραφούν στο "Βήμα" και παρουσιάζονται στα κανάλια.
Υπάρχει μια παράδοξη δυναμική και το παράδοξό της έγκειται στο εξής: Αφενός οι έλληνες ακαδημαϊκοί που είναι γνωστοί στην ευρύτερη ελληνική κοινωνία είναι παντελώς άγνωστοι στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα. Αφετέρου οι έλληνες ακαδημαϊκοί που είναι γνωστοί στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα είναι παντελώς αφανείς και περιθωριοποιημένοι στην ελληνική κοινωνία. Και μην περιμένετε τον Πάσχο Μανδραβέλη της "Καθημερινής" να τους ανακαλύψει. Είναι πιο εύκολο γι' αυτόν να καταπιαστεί με τους σάπιους. Όμοιος ομοίω. Όπως είπε κι ο Δημοσθένης άλλωστε, η ανθρώπινη φύση αρέσκεται στο να ακούει επικρίσεις περισσότερο από επαίνους.
Θα μου πείτε γιατί όλοι αυτοί οι λαμπροί επιστήμονες των ελληνικών πανεπιστημίων δεν προσπαθούν να προβληθούν περισσότερο. Μα προσπαθούν. Πηγαίνουν σε διεθνή συνέδρια με δικά τους χρήματα, δημοσιεύουν σε ακαδημαϊκά περιοδικά διεθνούς εμβέλειας, διδάσκουν φοιτητές τους οποίους ύστερα στέλνουν με υποτροφίες στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, ενώ ο μισθός τους είναι λιγότερος από το μισθό κλητήρα στο υπουργείο οικονομικών. Οι δε συνθήκες εργασίας τους στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι βγαλμένες από το χειρότερο καφκικό εφιάλτη. Τώρα αν με όλο αυτό το έργο που παράγουν, και μάλιστα χωρίς να πληρώνονται αξιοπρεπώς ή να αναγνωρίζονται ηθικώς, δεν έχουν χρόνο να το παίξουν αγανακτισμένοι ή να βγουν στην τηλεόραση ή να αρθρογραφήσουν στο "Βήμα", συμπαθάτε τους.
Αντ' αυτού, ακούμε τα ίδια και τα ίδια για τους διεφθαρμένους και τους βολεμένους. Αν αυτή η στηλίτευση οδηγούσε σε κάποια αλλαγή, τότε θα είχε κάποιο σκοπό. Δεν οδηγεί όμως. Το μόνο που αξίζει στην κάστα των καρεκλοκένταυρων αγραμμάτων που λυμαίνεται το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι η αφάνεια. Αντ' αυτού αυτοί χαίρουν πλήρους προβολής (θετικής ή αρνητικής λίγη σημασία έχει για ανθρώπους του σιναφιού τους), ενώ τα δυναμικά μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας που μπορούν πραγματικά να φέρουν τα πάνω κάτω παραμένουν παντελώς περιθωριοποιημένα. Και αυτό νομίζω είναι η ρίζα του προβλήματος και όχι απλώς ένα παράπλευρο σύμπτωμα.
Και πολύ φοβάμαι ότι το ίδιο πάνω κάτω συμβαίνει και σε άλλους χώρους, όχι μόνο στο πανεπιστήμιο, απλώς αυτό ξέρω λίγο καλύτερα και γι' αυτό μιλάω. Ας αφήσουμε λοιπόν τον Γκέμπελς (που ήξερε καλά ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να σε αγνοούν) και ας ασχοληθούμε με τους Σίντλερ του ελληνικού πανεπιστημίου.